Πώς γεννιέται και ανεβαίνει μια θεατρική παράσταση: προσκήνιο και παρασκήνια
Ξένιας Καλογεροπούλου- Θωμά Μοσχόπουλου, Η πεντάμορφη και το τέρας, 1994 (3 άντρες-4 γυναίκες)
Κατ΄αρχάς ήταν οι αδερφοί Γκριμ, που κατέγραψαν το λαϊκό παραμύθι. Μετά η Ξένια Καλογεροπούλου με τη συνεργασία του Θωμά Μοσχόπουλου πήρε μολύβι και χαρτί και έγραψε το θεατρικό της έργο εμπνευσμένο -και λιγάκι πειραγμένο- από το παραμύθι των Γκριμ, ώστε να παρασταθεί. Να η υπόθεση (χωρίς να μαρτυράει το τέλος).
«Η πεντάμορφη και το τέρας...ή πώς η Άννα φόρεσε τρία φουστάνια και μπήκε στα μυστικά δωμάτια
Ο Κορνήλιος, σπουδαίος άρχοντας με τρεις κόρες, έχει επενδύσει όλη του την περιουσία στο φορτίο τριών καραβιών. Πειρατές κλέβουν το φορτίο, αφήνοντας τον Κορνήλιο πάμπτωχο με τρεις κόρες σε ηλικία γάμου. Με τη βοήθεια ενός ναυτικού, ξεκινά την αναζήτηση του φορτίου που χάθηκε χωρίς επιτυχία και τελικά βρίσκεται σε ένα στοιχειωμένο πύργο. Το τέρας που κατοικεί εκεί, γνωρίζοντας την ιστορία του, θα του προσφέρει μια κασέλα με χρυσά νομίσματα. Ο Κορνήλιος δέχεται την κασέλα αλλά πριν φύγει κόβει ένα άσπρο τριαντάφυλλο για να το πάει στην Άννα, τη μικρή του κόρη. Το τέρας το θεωρεί μεγάλη ασέβεια και απειλεί ότι θα τον σκοτώσει εκτός και αν μία από τις κόρες του δεχτεί να μείνει μαζί του στο κάστρο. Η πεντάμορφη Άννα θυσιάζει τον εαυτό της για να σώσει τον πατέρα της και μένει με το τέρας στο κάστρο. Η αρχική εχθρική της στάση αλλάζει, καθώς με τον καιρό γνωρίζει το τέρας και όλα όσα κρύβονται στα μυστικά δωμάτια της ψυχής του. Όταν το τέρας την αφήνει ελεύθερη, η Άννα καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να ζήσει μακριά του και επιστρέφει κοντά του, όπου την περιμένει μια μεγάλη έκπληξη.»
Μετά ανέλαβε ο σκηνοθέτης. Καθήκον του έχει να στήνει τις σκηνές (το μάθαμε στην Οδύσσεια!) του έργου στη σκηνή του θεάτρου μία μία, όπως ο συγγραφέας γράφει μία μία τις λέξεις ή όπως ο χτίστης τούβλο το τούβλο χτίζει το σπίτι αλλά να συναρμοσμένες σε κάτι ενιαίο, χωρίς να φαίνονται τα επιμέρους στοιχεία. Ο σκηνοθέτης καθοδηγεί τους ηθοποιούς, συνεργάζεται με το σκηνογράφο, τον ενδυματολόγο, το μουσικό, το χορογράφο, το φωτιστή, το φροντιστή του ήχου και όλες τις επιμέρους εργασίες τις εμφανίζει ως ένα σύνολο, μια δομή, αυτό που θα δει εν τέλει ο θεατής. Για να τους δούμε έναν έναν.
Η σκηνογράφος «έγραψε τις σκηνές, τα σκηνικά με σκίτσα, για να δουν και να τα καταλάβουν όλοι. Η φαντασία της έγινε σκέψη, το όνειρό της αποτυπώθηκε στα σκίτσα κι έγινε απτή πραγματικότητα. Μαζί της έτρεχε η χορογράφος πού «έγραψε» το χορό: το χέρι πάνω, λύγισμα η μέση, το πόδι κάπως έτσι, το κεφάλι κάπως αλλιώς. Μέσα από τις κινήσεις του σώματος να εκφραστούν αισθήματα, να τα δουν οι θεατές και να νιώσουν τι γίνεται στην ψυχή των ηρώων. Κι ο μουσικός δούλεψε με τα εργαλεία του, τις νότες, κι έφτιαξε παρτιτούρες που κι αυτές συνοδεύοντας λόγια και σιωπές, κινήσεις και παγωμένες εικόνες εκφράζουνε συναισθήματα. Υπήρξαν κι άλλοι αφανείς του θεάτρου εργάτες που έτρεχαν, έτρεχαν για να δουν οι θεατές το έργο. Ο φροντιστής σκηνής βρήκε τα αντικείμενα που χρειαζόταν η κάθε σκηνή και ο μηχανικός σκηνής κατασκεύασε τα σκηνικά. Η ενδυματολόγος σχεδίασε, έραψε, συναρμολόγησε τα κουστούμια που κάνουν τους ηθοποιούς να βγαίνουν από το δικό τους εαυτό και να υποδύονται τους ήρωες του έργου. (Υπάρχουν βέβαια και βεστιάρια που αναλαμβάνουν να ενοικιάσουν ή να ράψουν ό,τι χρειάζονται οι ηθοποιοί). Οι κομμώτριες κι οι μακιγιέζ έδωσαν ζωντάνια στα πρόσωπα τονίζοντας με την τέχνη τους και τις περούκες ή τα χτενίσματα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στοιχεία των ηρώων. Τέλος, ο φωτιστής που δε μιλά, δε γράφει λόγια ή νότες αλλά είπε πολλά με τις φωτοσκιάσεις του, το φως, τα χρώματα, το σκοτάδι. Μπορείτε να φανταστείτε μια παράσταση χωρίς φώτα που ανοίγουν, κλείνουν, υπογραμμίζουν, αποσιωπούν πρόσωπα κι αισθήματα;
Και οι ηθοποιοί στη σκηνή, καθοδηγημένοι από το σκηνοθέτη και υποβοηθούμενοι από τους υπόλοιπους δεν παπαγάλισαν απλά τα λόγια τους. Κάνοντας πρόβες ατέλειωτες ώρες, μέρες πολλές, βυθίστηκαν στο ρόλο τους, εντρύφησαν σε αυτόν λέγοντας και τονίζοντας μια κάποια λέξη, άλλοτε ψάχνοντας ένα βλέμμα κατάλληλο ή μια κίνηση ή μια σιωπή: έτσι βιώνουν πάντα την κατάσταση του ήρωα που υποδύονται, γελούν, αστειεύονται, σοβαρολογούν, συγκρούονται, απελπίζονται, θυμώνουν, εκρήγνυνται, ελπίζουν, αισιοδοξούν, φιλιώνουν, εξελίσσουν την ανθρώπινη κατάσταση. Το μόνο που ζητάνε ως αντάλλαγμα για τον κόπο τους είναι να τους προσέξουν οι θεατές, να τους σεβαστούν, να μην διακόπτουν τα κινητά κι οι κουβέντες τους τη ροή του έργου, να γελάνε με τα αστεία και να σωπαίνουν στα σοβαρά. Αναμένουν το χειροκρότημά τους στο τέλος ως μέτρο κι ανταμοιβή της δουλειάς που προηγήθηκε.
Κι άλλοι χρειάζονται για μια παράσταση. Ο φωτογράφος αποτυπώνει από τις πρόβες σκηνές του έργου ή φωτογραφίζει τα πρόσωπα που παίρνουν μέρος. Άλλοι φτιάχνουν το πρόγραμμα που μοιράζεται ή πωλείται στους θεατές, κάποιοι αφίσα και πρόσκληση φροντίζοντας την προώθηση της παράστασης, ώστε να ενημερωθεί το κοινό και να ενδιαφερθεί να την παρακολουθήσει. Ακόμα και ο κύριος ή η κυρία στο ταμείο, οι ταξιθέτες και οι υπάλληλοι στο φουαγιέ είναι πρόσωπα της θεατρικής οικογένειας, που συντελούν με τον τρόπο τους στη μαγεία της κάθε παράστασης!
Κι όταν τελειώνει η παράσταση τα φώτα ανάβουν, οι ηθοποιοί υποκλίνονται και χαιρετίζουν, οι φωνές και το χειροκρότημα γίνονται μουρμουρητό που σβήνει. Η αίθουσα αδειάζει, οι ηθοποιοί βγάζουν τα κουστούμια και το μακιγιάζ, ξαναγίνονται αυτοί που ήταν. Κι οι θεατές παίρνουν μαζί τους αυτά που χόρτασαν τις αισθήσεις τους, όσα πλήρωσαν την ψυχή και ενεργοποίησαν τη σκέψη τους. Όσα απόλαυσαν και τους μάγεψαν.
(Αναδημιουργία από το πρόγραμμα της παράστασης «Η πεντάμορφη και το τέρας» από το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, Θεατρική περίοδος 1999-2000, σε σκηνοθεσία Π. Παπαϊωάννου)
Ερώτηση
Κατάγραψε τα πρόσωπα που χρειάζονται για να στηθεί και να παρουσιαστεί μια θεατρική παράσταση